το αγόρι και ο ύπνος
Οκτωβρίου 15, 2006

Όταν τα σώματα κοιμούνται.
Υπάρχουν γεγονότα που συμβαίνουν πριν και μετά το τέλος. Όποιος θελήσει να εισχωρήσει ανάμεσα στα όρια αυτά· για ένα διάστημα είναι χαμένος. Όχι πολύ. Αρκετά χαμένος όμως ώστε να σκεφτεί ότι κακώς είχε θεωρήσει τη ζωή του ατέλειωτη. Υπόσχεται στον εαυτό του ότι· το κάθε λεπτό που θα ζει θα ξεχειλίζει από ποσότητες ζωής. Κάνει αυτή την υπόσχεση μυστικά – όσο κοιτά από το παράθυρο ενός λεωφορείου, ή στέκεται μοναχικά στην γωνία ενός ανελκυστήρα.
Αιτιολογεί το στιγμιαίο αυτό γεγονός, με το ότι δεν ένιωσε τελείως χαμένος, μόνο λίγο. Αλλά μέσα από αυτή τη δικαιολογία αναδύεται η τραγωδία του να είσαι λίγο χαμένος.
Όταν τα σώματα κοιμούνται, το μεγαλείο των ονείρων τους αποκαλύπτεται σε κάθε σταγόνα βροχής, σε κάθε μόριο του αέρα που ακουμπά το ανθρώπινο πρόσωπο. Σε κάθε κύτταρο που υποδόρια γλιστρά.
Ετοιμάζομαι. Εδώ στη κάμαρα οι σκιές μας σκοτεινιάζουν τα σύννεφα. Κάτι συμβαίνει όταν η Β. φυσά το φτερό απ΄ το χέρι της. Το κοιτώ να αιωρείται από το παράθυρο στο γρασίδι. Κάθε περιστροφή προς την προσγείωσή του, ένα παλιό δωμάτιο, σε μια παλιά πόλη. Ο ορίζοντας υπολογίζεται με παλιούς ανεμόμυλους, ο ήλιος τρεις ανεμόμυλους πλάτος και πάνω, και το δωμάτιο πέντε ανεμόμυλους. Όπως ένα αργό ποστάλι που αγκομαχά.
Ιχνογραφούμε αυτές τις κινήσεις για να καταλάβουμε ότι η ευτυχία μας βρίσκεται σε μικρές της αμφιβολίας στιγμές. Στην ευκινησία. Πάνω σε ένα γερανό στον ορίζοντα όπου, ένα αγόρι κάθεται και μας επιτηρεί από απόσταση. Στο θαμπό, ανοιχτό γυναικείο χέρι που είναι αδύνατο να αντιγραφεί.
Η Μεταφυσική λένε, είναι ένα δύσχρηστο φτερό. Περιορίζοντας τους χαώδεις σχηματισμούς που δημιουργούνται από τις τυχαίες κινήσεις του, μας προσφέρεται ένα φαινόμενο που πλησιάζει σε κάτι για το οποίο δεν υπάρχουν διαθέσιμες λέξεις. Το φτερό αυτό έχει πολλαπλές χρήσεις. Όταν η Β. το κινεί κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης, σκέφτομαι το δωμάτιο που βρισκόμαστε, και το παράθυρο απ’ όπου κοιτώ το ποδήλατο ακουμπισμένο στο δέντρο. Σκέφτομαι τη ζωή μου όλη σε αυτό το δωμάτιο. Μαζί της. Ανάμεσα στις άσπρες απαλές κουβέρτες. Στις μελωδίες του Λιστ. Στο ξύλινο πάτωμα. Σε ένα δροσερό ποτήρι νερό, εκεί που διαγράφεται η καρικατούρα της ανθρώπινης ύπαρξης στο χρόνο.
Την νιώθω να σχηματίζει ένα ερωτηματικό ανάμεσα στους ώμους μου. Αφοσιωνόμαστε ο ένας στον άλλον με ελαστικές αναπροσαρμογές. Ξέρουμε ότι είμαστε καταδικασμένοι, έστω για μικρό διάστημα, να πάρουμε τη θέση μας ανάμεσα στους ζωντανούς.
Όταν τα σώματα κοιμούνται, οι μηρυκασμοί των μελλοντικών γεννήσεων εξαερίζουν τα πάθη μας.
Ένιωσα από την αρχή την θέληση της να κρατά αποστάσεις. Τρώμε στα δύο μέτρα. Κοιμόμαστε στο ένα. Μιλάμε στο ενάμιση. Πριν μου μιλήσει θα απομακρυνθεί. Τώρα βρίσκεται κοντά μου, σχεδιάζει μια μυστική γλώσσα στη σάρκα μου, η οποία θα χρειαστεί μιας μέρας αποκρυπτογράφηση. Σύντομα θα φύγει. Αργότερα θα ξαναγυρίσει αφήνοντας το ποδήλατό γειρτό στο δέντρο. Θα βιαστεί ανεβαίνοντας τις σκάλες να με δει ξανά. Θα αναπληρώσω την κομμένη από τις σκάλες μειωμένη της ανάσα.
Το ερωτηματικό είναι ένα διφορούμενο σύμβολο. Την μία στιγμή ορίζει σεβασμό και την άλλη περιφρόνηση. Προκαλεί τη σκέψη σήμερα, και αύριο την ακινητοποιεί. Σε όλα τα αντικείμενα και τις χειρονομίες. Σε όλα τα πρόσωπα και γεγονότα. Όμως, μετά το τέλος όλων των ερωτηματικών, υπάρχει η παύση. Ένα παγκάκι όπου ξαποσταίνουμε βλέποντας γλυκά κορίτσια να φωτογραφίζουν ποδήλατα και βάρκες, όμορφες γυναίκες να κουβεντιάζουν ήσυχα στο σιντριβάνι με παιδιά τριγύρω τους να παίζουν. Σε αυτό τον χώρο, αυτά είναι πιθανά. Ο αέρας είναι πιο λεπτός εδώ. Τα πνευμόνια μας πιο ικανά.
Όταν το σώμα κοιμάται, η ευφωνία της σιγής κοσμεί την κάθε λέξη. Κτύπησα την πόρτα και η Β. μου είπε έλα πέρασε. Κάθισα δίπλα της και της είπα ότι αισθάνομαι για εκείνη κάτι το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Κάτι για λιοντάρια και μεγάλες εκτάσεις σαβάνας. Κάτι σαν μαξιλάρι, ένα δροσερό αεράκι. Δαγκώνοντας τα χείλη της είπε ότι το ίδιο αισθάνεται. Πήρα το χέρι της και το κράτησα χωρίς να μιλάμε. Πίσω μας το παράθυρο πλαισίωνε την εικόνα του γερανού στον ορίζοντα, όπου ένα αγόρι και ο ύπνος του δημιουργούσαν όλα όσα είχαν ή δεν είχαν ονειρευτεί σε αυτό το μικρό κομμάτι του κόσμου που ήταν ο δικός μας.
Ρουφά απ΄το στόμα μου αγάπη και την κλειδώνει στις χούφτες. Χτίζουμε ένα δέντρο, ένα ξύλινο καΐκι, ένα ποδήλατο για δύο, μια προβλήτα για τις βουτιές μας και με τη θέλησή μας έναν λαμπερό και πολλά υποσχόμενο ήλιο. Φοβόμαστε να κινηθούμε. Πλησιάζουμε ό ένας τον άλλον. Πιο κοντά, πιο κοντά, πιο κοντά. Τα σύννεφα σκοτεινιάζουν.
Τότε ανοίγει τα χέρια της, τα πάντα σωριάζονται στο πάτωμα. Γελώντας, πέφτει ανάσκελα στο κρεβάτι. Χαμογελώντας σβήνω το φως.


Οκτωβρίου 15, 2006 at 1:05 πμ
ΑΥΤΟ είναι ένα υπέροχο κείμενο.
Οκτωβρίου 15, 2006 at 2:59 πμ
Ο Ερωτευμένος Ρο!
Πολύ όμορφο!
Οκτωβρίου 15, 2006 at 8:48 πμ
αλλος Ρο,
ευχαριστω για τις λεξεις.
ειμαι ευγνωμων για τις εικονες.
Οκτωβρίου 15, 2006 at 10:09 πμ
Πολύ ωραίο αγαπητέ. Με “ονείρεψε”
Οκτωβρίου 15, 2006 at 11:37 πμ
Πότισες την σάρκα μου εικόνες.
Οι πόροι μου αναβλύζουν στιγμές κι αισθήσεις.
Έτσι σταλάζει η ζωή.
Οκτωβρίου 15, 2006 at 12:25 μμ
πολύ Όμορφο, Άλλε Ρο!
Οκτωβρίου 15, 2006 at 12:33 μμ
Πολύ ωραίο κείμενο, όπως πάντα άλλωστε.
Οκτωβρίου 16, 2006 at 8:07 πμ
…Μπορείς να μ’αγαπήσεις
μπορείς να μου φωτίσεις μια στιγμή
το κορμί μου ειναι μόνο η αφορμή…
Οκτωβρίου 16, 2006 at 10:49 πμ
Δυνατό, ζεστό, έγχρωμο σε τόνους απαλούς, το φτερό είναι απίθανο!
Οκτωβρίου 16, 2006 at 11:32 πμ
Φωτιές.
Έχω ενθουσιαστεί.
Οκτωβρίου 16, 2006 at 12:23 μμ
Πραγματικα ενα απο τα καλυτερα σου κειμενα…
Οκτωβρίου 16, 2006 at 12:55 μμ
Ρουφά απ΄το στόμα μου αγάπη και την κλειδώνει στις χούφτες.
υπέροχο, μπράβο σου.
Οκτωβρίου 18, 2006 at 5:48 πμ
ευχαριστώ σας όλους!
Οκτωβρίου 18, 2006 at 11:20 πμ
API8ANO POIHMA!!!
Οκτωβρίου 18, 2006 at 12:06 μμ
Η επιτομή του αβίαστου και ειλικρινούς έρωτα. Υποκλίνομαι
Οκτωβρίου 18, 2006 at 12:35 μμ
Eίναι ένα ποιημα σε πεζό.Εύγε!
Οκτωβρίου 22, 2006 at 12:36 μμ
Υπέροχο . Μου έφτιαξε την μέρα !