Παρακαλώ να δικαιολογήσετε την απουσία μου. Εδώ που βρίσκομαι μιλούν για πόλεμο, σπρώχνουν βάναυσα μεθυσμένους σε χειράμαξες, σκυλιά μυρίζουν κανέλα γρυλίζοντας στην ανεπίσημη γλώσσα της απελπισίας. Νύκτες σαν κι αυτή κάνουν τους ανθρώπους πασίγνωστους˙ όχι όμως για πολύ.
—-Στην άκρη του παλιού μου μπαλκονιού η Αΐσα μου ψαλιδίζει τα μαλλιά. Μιλά˙ εγώ ακούω.
—-«Όταν τελειώσουν όλα αυτά, θ’ ανοίξω κομμωτήριο», λέει.
—-Προφέρω ένα «χμ» σαν κίνητρο να συνεχίσει. Ακούω το στακάτο ήχο του ψαλιδιού, τα λόγια της προς στιγμή χάνονται.
—-Με την Αΐσα δεν έχουμε υποχρεώσεις ούτε θα έχουμε στο μέλλον. Νιώθουμε ελεύθεροι από την ζωή. Ελεύθεροι από χρόνο. Μια ελευθερία μάλλον καταστροφική, με δόντια που τρώει τους αδυνάμους. Είμαστε κι οι δυο αδύναμοι, αύριο ίσως να μην ζούμε πια. Δεν τις το λέω, την αφήνω να συνεχίσει το κόψιμο των μαλλιών μου.

4. του κόσμου τούτου
(Οι πολλές απόψεις κάνουν τον άνθρωπο. Τα κίνητρα. Τα χαρακτηριστικά της ψυχής που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει.)
—-Κοιτώ τα χέρια μου, τίποτα. Δεν έχω τίποτα παρά μόνο μια γλώσσα που νιώθω ανίκανος να σιωπήσω. Η γλώσσα μου υπαγορεύει το κενό που πλησιάζει σαν αλλεργική αντίδραση σε ότι βλέπω ή ακούω. Εδώ. Ο τριγμός της.
—-Μου έρχεται να αρπάξω την Αΐσα από το λαιμό, ξάφνου ακούγεται και πάλι η φωνή της, μιλά. Ακούω το ψαλίδισμα. Τη νιώθω σαν παιδί απροστάτευτο. Νιώθω την πυροδότηση χημικών ουσιών να μου ενεργοποιεί το σώμα που, εάν δεν αντιδράσει, θα πέσει νεκρό.

2. εδώ, στην πίσω μεριά του ήλιου (sol #).
Η μερική πτώση σημειώνεται αργά, ήσυχα˙ για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν την αντιληφθούμε νιώθουμε αδύναμοι να την αντιστρέψουμε. Κάποιος γοητευτικός ξένος μια μέρα θα ρωτήσει, «το πρόσεξες;». Κι εσύ με ανασηκωμένο το φρύδι θ’απαντήσεις «όχι». (γιατί δεν το πρόσεξα; Τι συνέβη; Ήταν πάντα παρών; Νόμιζα ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Πότε άρχισε να μου συμβαίνει;)
—-Άρχισε όταν άρχισες. Το αργό ανατρίχιασμα της σάρκας. Βλέπεις. Αυτές είναι οι λέξεις που του δίνεις. Κι αυτός ο ξένος, παρότι γοητευτικός˙ νιώθει ανίκανος να προσφέρει βοήθεια, υπάρχει μια ηδονή ξέρεις σε αυτή την απάθεια του ξένου που έχασες και που δεν θα ξαναβρείς ποτέ.

5. αναστάτωση
Μητέρα και παιδί έφυγαν μεσάνυχτα. Η μητέρα μάζεψε τα προσωπικά τους είδη σ’ένα χαρτοκιβώτιο και έφυγε οδηγώντας έξω από το Βοσνιακό χωριό. Το κλάμα της Αΐσα ακούγονταν σε όλο τον δρόμο. Γνώρισε τι θα πει αναστάτωση σε γλώσσα άλλη από τη δική μου. Ένα συναίσθημα που κουβαλά σε όλη της τη ζωή˙ έψαχνε μέρος χωρίς αναστάτωση, απέφευγε τα απλά που περιπλέκουν τη ζωή.

3. η πύρινη ψυχρότητα της απειλής
Μερικά πράγματα ανήκουν μόνο στο τόπο τους. Όσο η Αΐσα μεγάλωνε αντίκριζα το πρόσωπό της πίσω από μακρινά δέντρα ν’ απογειώνεται πάνω από τη γραμμή της φυλλωσιάς των. Όπως… Πως να το χαρακτηρίσω. Πρώτα τα μαλλιά της. Το μέτωπό της, ένας απαλός ήλιος που μοίραζε λάμψη. Αυτά τα μάτια, οι ζωντανές αυτές λίμνες με την αιχμηρή λαμπρότητα. Η μύτη της. Τέτοια μύτη! Τα μάγουλα απαλά. Ποιος μπορείνα τα δει όλα αυτά από απόσταση; Το στόμα. Όλη την ομορφιά εκεί την έβρισκες.
—-Το πρόσωπό της ακούμπαγε στο μακρινό αυτό περίγραμμα και με κοιτούσε. Έτριψα τα μάτια μου και την είδα. Εδώ. Σαν να μην έλειψε ποτέ, να μου κόβει τα μαλλιά μιλώντας για το διακριτικό άρωμα των δέντρων στις όχθες του ποταμού.
—-Ο τόπος της.

7. η περίπτωση Βερενίκη
Η Αΐσα τελείωσε το κούρεμα. Την νιώθω ανήσυχη. Αποφασίζω να της διηγηθώ τη περίπτωση της Βερενίκης.

—-Πρόκειται για τον νεαρό που ακολούθησε την Βερενίκη με πρόθεση να την ληστέψει. Την ακολουθεί σε ένα πολυτελές διαμέρισμά όπου της πέφτει ένας φάκελος. Ο νεαρός, ένας μικρό-κλεφτάκος, τον κυριεύει η περιέργεια, παραβιάζει την είσοδο του διαμερίσματος και ανοίγει τον φάκελο. Μέσα βρίσκει ένα γράμμα αυτοκτονίας με υπογραφή Βερενίκη. Ο νεαρός αφήνει το διαμέρισμα, πάει σπίτι και περιμένει. Περιμένει ώρες, μέρες. Σκέφτεται τι να κάνει. Αποφασίζει να αντιδράσει, φτάνει στο διαμέρισμά της σπρώχνει τη πόρτα και την βλέπει όρθια στο πεζούλι ενός πελώριου παραθύρου. Του κόβεται η ανάσα˙ με ανακούφιση νιώθει ότι ήρθε πάνω στην ώρα…

—-Σταματώ την αφήγηση.
—-Δεν ξέρω πως πρέπει να συνεχίσω στην Αΐσα. Με κοιτά κι εγώ βάζω το χέρι μου στα μαλλιά θέλοντας να κερδίσω χρόνο.
—-«Ωραία», μου λέει, «μετά τι έγινε;»
—-Βασιζόμενος σε γνωστά γλωσσικά μαθηματικά, δημιουργικής λογιστικής με αντίστοιχες σημειολογικές παραλλαγές, ξέρω ότι υπάρχουν δύο εκδοχές τέλους της αφήγησης αυτής για την Βερενίκη:
—-1. Ο νεαρός πηγαίνει προς τη Βερενίκη, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα της. Κοιτούν κι οι δυο το δρόμο κάτω. Την πιάνει απ’ το χέρι και πηδούν μαζί προς σ’ ένα αναπόφευκτο θάνατο.
—-2. Ο νεαρός πηγαίνει προς τη Βερενίκη, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα της. Κοιτούν κι οι δυο το δρόμο κάτω. Την πιάνει απ’ το χέρι και πηδούν, αιωρούνται στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Κάτω, τα ερείπια του χωριού της, θα χρησιμεύσουν για ταφόπλακες στο μελλοντικό τους θάνατο.

—-Στην Αΐσα λέω μία τρίτη εκδοχή.

.

photo & text©Copyright Roidis E.A.F.

11 Responses to “των μελλοντικών πτώσεων: πνοή”


  1. πω ρε φίλε, πω ρε φίλε, πω ρε φίλε… δεν βγαίνει λέξη… τέλειο!

  2. Sigmund_01 Says:

    Δεν βρίσκω λόγια. Μπράβο!


  3. Η πένα σου είναι σαν από άλλη εποχή…

  4. roidis Says:

    είστε αβάσταχτα ευγενικοί.

  5. roidis Says:

    Πολύβιε κ’ HomelessMontresor
    σας ευχαριστώ πολύ.

    η τελευταία μέρα εδώ.
    χρόνια πολλά
    τα λέμε στις 7 Γενάρη.


  6. Νομίζω πως ποτέ δεν υπάρχουν 2 εκδοχές ή τρεις αλλά πολλές, το θέμα είναι ποιες θα σκεφτούμε εμείς!
    Μονορούφι το διάβασα αυτό το ποστ! Μου άρεσε πάρα πολύ!!!


  7. Καλορίζικη η νέα τοποθεσία και εξαιρετικά ταιριαστό το template.

  8. roidis Says:

    πότε πρόλαβες βρε θηρίο να δεις την ανακοίνωση;
    :)

  9. Natalia Says:

    Εγώ θάθελα να μάθω την τρίτη εκδοχή, κι όχι να τη φανταστώ……μπορώ;


Leave a Reply