allospnoi80507.jpg

 

Θυμάμαι ότι θυμόμουν – καθώς στεκόμουν στο σταθμό περιμένοντας το τρένο που θα με οδηγούσε στη Πρωτεύουσα και τη νέα μου ζωή σαν πέμπτο βιολί στη Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα – μια αγγελία που τοποθέτησα σε μια καθημερινή εφημερίδα αναζητώντας μια γυναίκα (σπάνιας ομορφιάς) την οποία δυστυχώς την ήθελα με ένα χέρι. Θυμάμαι ότι θυμόμουν, ότι δεν είχα συναντήσει ποτέ μια τέτοια γυναίκα και ότι την έψαχνα, περίεργος να δω αν στην πρωτεύουσα, σε αυτήν την τεράστια μητρόπολη, υπήρχε μια τέτοια γυναίκα.

Δεν θυμάμαι αν θυμόμουν την Βερενίκη αλλά το επιθυμούσα, έτσι την επόμενη φορά που θα θυμηθώ να θυμηθώ, θα την εγκαταστήσω μόνιμα εκεί στη μνήμη μου· τώρα κοιτώντας τις ράγες του τρένου σκέφτηκα τον ακαταλόγιστο χαμό της και πως αυτός συνδέεται με την τωρινή αναζήτησή μου για μια γυναίκα με ένα χέρι (σπάνιας ομορφιάς), το οποίας το όνομα θα ήθελα «με όλη μου τη καρδιά» να είναι Αλίκη.

Έτσι την επόμενη φορά, ίσως στο γυρισμό μου από την πρωτεύουσα, θα πω στον πρώτο άνθρωπο που θα καθίσει δίπλα μου:
Στεκόμουν στην κοιλιά του σιδηροδρομικού σταθμού, περιμένοντας το τρένο για την πρωτεύουσα, θυμήθηκα την αγγελία που καταχώρησα στην καθημερινή εφημερίδα, ζητώντας μια γυναίκα (σπάνιας ομορφιάς), η οποία, δυστυχώς, ήθελα να έχει μόνο ένα χέρι. Η εικόνα της Βερενίκης βρισκόταν στο ίδιο σημείο όπου εγώ στεκόμουν και με πλησίαζε. Την φαντάστηκα να κατεβαίνει τις σκάλες, κοιτώντας μια προς τα δεξιά και μια στ’ αριστερά καθώς το τρένο πλησίαζε το σταθμό, πήδηξε μπρος του και χωρίς χρονοτριβή συνάντησε βίαια το θάνατο.

Λέγοντας «ακαταλόγιστο χαμό» εννοώ την προφανή αποσύνδεση από το μεγαλείο ενός δραπετεύοντος σύμπαντος – μια συνθηκολόγηση των disjecta membra(*) από ίχνη εννοιών που αφορούν τις λαθεμένες αντιλήψεις της Αλίκης, της Βερενίκης, και εκείνου του γνωστού ποδοσφαιριστή. Η γυναίκα με το ένα χέρι, αποτελείται από ένα συνδυασμό δύο ωδών. Η πρώτη, αφορά το θρύλο ενός ποδοσφαιριστή και η άλλη τον θρήνο του προαναφερθέντος θανάτου.

Το τρένο μπήκε στο σταθμό.

«Γεια σας, σας τηλεφωνώ για την αγγελία»
«Είστε με ένα χέρι;» ρώτησα.
«Μάλιστα,» απάντησε.
«Κι είστε σπάνιας ομορφιάς;» ξαναρώτησα.
«Προσπαθώ» είπε. «Η μητέρα μου ήταν πανέμορφη, αλλά ο πατέρας …»
«…και το όνομά σας;» ρώτησα. «Πώς σας λένε;»

Πριν απαντήσει, σκέφτηκα: κι αν το όνομά της είναι Βερενίκη; Θα το δεχτώ; Θυμάμαι ότι θυμόμουν τη Βερενίκη. Η φτωχή απογοητευμένη Βερενίκη την οποία «με όλη μου την καρδιά» – όχι αυτή ήταν η Αλίκη. Σκέφτηκα όχι, το όνομά της πρέπει να είναι Αλίκη.

«Πως σας λένε, » ρώτησα ανυπόμονα.
«Μαρία,» είπε.
«Α, ωραία,» απάντησα. «Φεύγω για την πρωτεύουσα, θα τα ξαναπούμε όταν γυρίσω».

Θυμάμαι ότι θυμάμαι ότι με κυρίευσε μια συγκρατημένη ευτυχώς, ανυπομονησία. Ενέκρινα τη μελλοντική μας ένωση. Μετά την μετάβασή μου στην πρωτεύουσα θα γύριζα δεσμευμένος. Α, η ανάμνηση. Όλα πια είχαν τακτοποιηθεί. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με κυρίευσε, ήρθε σαν κύμα. Είχα να της κάνω τόσες ερωτήσεις. Ποιο χέρι; Πως; Θα μπορούσα να την κρατήσω σφιχτά επάνω μου, σκέφτηκα. Στο πλάι μου, θα ένιωθε σαν κομμάτι του εαυτού μου. Ο ώμος μου θα ένιωθε το γαργάλημα της άκρης του νεύρου μέσα από το δέρμα της.

Καμάρωνα με το κατόρθωμά μου.

Αγαπητοί συνεπιβάτες, ρητόρευσα, πάρτε τα πόδια σας και τρέξτε από ευτυχία, μοιραστείτε την μαζί μου. Έζησα πολλές εμπειρίες στη ζωή μου, μάθετε ότι δέχτηκα μια καλή, θετική απάντηση. Μην είστε (σταμάτησα ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη) διστακτικοί. Τρέξτε. Χαρείτε για μένα!

Έτρεξα εσωτερικά όλο το μήκος του τρένου προς τη αντίθετη φορά της κατεύθυνσής του, προς την ευτυχία.

Γύρισα στη θέση μου. Με γερμένο το κεφάλι στο παράθυρο, αναστέναξα. Τι ανυπέρβλητα δύσκολη φάνταζε τώρα η καθυπόταξη μιας τεντωμένης χορδής στο βιολί. Θα ήταν Σμέτανα ή Ντβόρζακ; Τώρα ήταν τα όμορφα σαρκώδη χείλι, οι θεόρατες βλεφαρίδες. Το τρένο σταμάτησε για να δεχτεί επιβάτες. Απ’ το παράθυρο είδα το μικρό πέτρινο κτίριο, την πινακίδα «αίθουσα αναμονής». Την γυναίκα που κοιτούσε από το τζάμι και που δεν ανέβηκε στο τρένο.

(Δεν είμαι τόσο εξουθενωμένος ώστε να μην μπορώ να βρω ανάπαυση στο χάος)

……..
(*)λατ. disjecta membra: διασκορπισμένα θραύσματα ή μέλη.

copyright©roidis 2007

.

*ρο 

21 Responses to “ενός δραπετεύοντος σύμπαντος: πνοή”

  1. Αννίτα Says:

    Σπείρα μνήμη. Μέσα στις αποσκευές μας. Όχι πάντα καλοσιδερωμένη και όχι πάντα προσεχτικά διπλωμένη. Όμως, ακόμα κι έτσι, θαρρώ πως βοηθάει στη ”σύνδεση”.
    Μέσα από τις λέξεις σας, θυμήθηκα εκείνες τις φορές, που μέσα σε μιαν ‘αίθουσα αναμονής’ θυμόμουν ότι είχα ξεχάσει ‘να τρέξω προς την αντίθετη φορά, προς την ευτυχία.’
    Καλημέρα.


  2. Τα σέβη μου, αντί σχολίου αγαπητέ άλλε Ρο.

  3. isisveiled Says:

    σπάνιας ομορφιάς

    :)

  4. roidis Says:

    @Αννίτα, έχεις δίκιο δεν μου αρέσουν οι καλοσιδερωμένες μνήμες, έτσι τσαλακωμένες τις θέλω στο χαρτι…ε, στην οθόνη ήθελα να πω.
    .
    @123 λέξεις σ’ευχαριστώ.
    .
    @Ίσιδά μου αφού ο αφηγητής έτσι την ήθελε, εμάς μας περισσεύει. :(

  5. isisveiled Says:

    βρε! το κείμενο εννοώ! :)

    αχ!αχ!


  6. Τα τρένα πάντα κουβαλάνε μνήμες. Κι εικόνες πολλές. Τελικά προτιμώ να ταξιδεύω με τα μάτια κλειστά, καθώς, απ’ το φόβο που ‘χω να μην αφήσω καμιά εικόνα απέξω, προτιμώ το σκοτάδι μήπως και τις αδικήσω…


  7. Ροϊδη δεν πρόκειται να το ξεπεράσω ποτέ. Κάθε φορά που κάνεις τέτοια κείμενα ανατρέχω στο τέλος για να βρω την αναφορά στον συγγραφέα του οποίου απόσπασμα αναδημοσιεύεις. Και κάθε φορά σε θαυμάζω περισσότερο που είναι δικά σου κείμενα.
    Μου θύμισες μια σκηνή από το Σίγκαπουρ Σλινγκ -η ηρωίδα θυμόταν αποσπάσματα κάποιου βιβλίου. Από τις σημαντικότερες σκηνές του κινηματογράφου -από όσο έχω δει.


  8. Πολύ όμορφο παιχνίδι μνήμης και θύμησης.

  9. Sadmanivo Says:

    ! Είναι τόσο όμορφες οι λέξεις σου, έτσι πασπαλισμένες με χρυσόσκονη και ξεθυμασμένα απ’ το χρόνο συναισθήματα.. Η συνταγή του αρώματός τους πάντα άπιαστη.

  10. roidis Says:

    @Isis,υπόχρεως! ευχαριστώ.
    .
    @Νεφελόεσσα, τα μάτια τα δικά τά’χω ανοικτά για να παραμορφώνουν. ;) ευχαριστώ.
    .
    @The Motorcycle boy…το Σίγκαπουρ Σλινγκ, έ βέβαια! αλλά αδερφέ με κολακεύεις σφόρδα!
    .
    @Δείμο ευχαριστώ φίλε μου.

  11. roidis Says:

    @Sadmanivo, τι είναι αυτά που γράφει φίλε μου. κοκκίνισα! :D

  12. Sadmanivo Says:

    Είδες, άμα δεν ξέρει να εκφραστεί ο άνθρωπος, φέρνει τους άλλους (και εαυτόν ενίοτε) σε δύσκολη θέση.. :)
    Καλημέρες ατάκτως ειρρημένες

  13. mist Says:

    Αγαπητέ Ροίδη, τούτο σου το γραπτό με έκανε να θυμάμαι οτι πάντα οι μνήμες θύμησες έχουν αναξήτηλες, για βαγόνια που άφησαν να φύγουν και εκείνα που μαζί τους ταξίδεψαν, για τις ράγες που μέτρισα με την ματιά μου, και τις εμπιρείες που ξέχασα να ζήσω…μα βίωσα μέσα από τούτες τις αράδες.
    Καλά να είσαι.

  14. roidis Says:

    @sadmanivo & mist…
    είστε αφόρητα ευγενικοί με τα καλά σας λόγια.
    Ευχαριστώ.

  15. regina Says:

    Υπάρχει κάτι που με ενοχλεί σε αυτήν την ιστορία και κάτι που με τραβάει. Το κομμένο χέρι ίσως είναι το σημείο έλξης (σε συνδυασμό με την σπάνια ομορφιά),η έλλειψη του ”γιατί” είναι μάλλον το σημείο απώθησης. Νομίζω πως μερικά πράγματα χρειάζονται περισσότερο υπαινιγμό από τον ελάχιστο.

  16. roidis Says:

    Αγαπητή Ρεγγίνα, ίσως να έχετε δίκιο ίσως πάλι όχι, γιατί ο αφηγητής προσπαθεί να διαφυλάξει το κλίμα μυστηρίου, και δεν πρωτοτυπεί, στο παρελθόν έχουν γραφτεί τέτοιου είδος κείμενα, τα οποία δεν είναι αυστηρά αφηγηματικά αλλά ένα μείγμα αφήγησης και ποιητικής ίσως σκέψης. Το ελάχιστο σε αυτές τις περιπτώσεις ίσως να είναι αναγκαίο.

  17. coolplatanos Says:

    Ροίδη η γραφή σου μου θυμίζει Πεσσόα

  18. roidis Says:

    φίλη coolplatanos,
    μακάρι να έχεις δίκιο, μόνο που ο Πεσσόα είναι τεράστιος.

  19. coolplatanos Says:

    Ναι, ο Πεσσόα ήταν πληθωρικότατος και είχε υποδυθεί διάφορα προσωπεία, αλλά η ατμόσφαιρα της γραφής σου τον θυμίζει πολύ… :-)

  20. coolplatanos Says:

    Αναφέρομαι περισσότερο στο Βιβλίο της Ανησυχίας


  21. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΚΟΜΜΑΤΙ!
    ΒALABALA BAMBALUNA.


Leave a Reply