allospnoi80507.jpg

 

Θυμάμαι ότι θυμόμουν – καθώς στεκόμουν στο σταθμό περιμένοντας το τρένο που θα με οδηγούσε στη Πρωτεύουσα και τη νέα μου ζωή σαν πέμπτο βιολί στη Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα – μια αγγελία που τοποθέτησα σε μια καθημερινή εφημερίδα αναζητώντας μια γυναίκα (σπάνιας ομορφιάς) την οποία δυστυχώς την ήθελα με ένα χέρι. Θυμάμαι ότι θυμόμουν, ότι δεν είχα συναντήσει ποτέ μια τέτοια γυναίκα και ότι την έψαχνα, περίεργος να δω αν στην πρωτεύουσα, σε αυτήν την τεράστια μητρόπολη, υπήρχε μια τέτοια γυναίκα.

Δεν θυμάμαι αν θυμόμουν την Βερενίκη αλλά το επιθυμούσα, έτσι την επόμενη φορά που θα θυμηθώ να θυμηθώ, θα την εγκαταστήσω μόνιμα εκεί στη μνήμη μου· τώρα κοιτώντας τις ράγες του τρένου σκέφτηκα τον ακαταλόγιστο χαμό της και πως αυτός συνδέεται με την τωρινή αναζήτησή μου για μια γυναίκα με ένα χέρι (σπάνιας ομορφιάς), το οποίας το όνομα θα ήθελα «με όλη μου τη καρδιά» να είναι Αλίκη.

Έτσι την επόμενη φορά, ίσως στο γυρισμό μου από την πρωτεύουσα, θα πω στον πρώτο άνθρωπο που θα καθίσει δίπλα μου:
Στεκόμουν στην κοιλιά του σιδηροδρομικού σταθμού, περιμένοντας το τρένο για την πρωτεύουσα, θυμήθηκα την αγγελία που καταχώρησα στην καθημερινή εφημερίδα, ζητώντας μια γυναίκα (σπάνιας ομορφιάς), η οποία, δυστυχώς, ήθελα να έχει μόνο ένα χέρι. Η εικόνα της Βερενίκης βρισκόταν στο ίδιο σημείο όπου εγώ στεκόμουν και με πλησίαζε. Την φαντάστηκα να κατεβαίνει τις σκάλες, κοιτώντας μια προς τα δεξιά και μια στ’ αριστερά καθώς το τρένο πλησίαζε το σταθμό, πήδηξε μπρος του και χωρίς χρονοτριβή συνάντησε βίαια το θάνατο.

Λέγοντας «ακαταλόγιστο χαμό» εννοώ την προφανή αποσύνδεση από το μεγαλείο ενός δραπετεύοντος σύμπαντος – μια συνθηκολόγηση των disjecta membra(*) από ίχνη εννοιών που αφορούν τις λαθεμένες αντιλήψεις της Αλίκης, της Βερενίκης, και εκείνου του γνωστού ποδοσφαιριστή. Η γυναίκα με το ένα χέρι, αποτελείται από ένα συνδυασμό δύο ωδών. Η πρώτη, αφορά το θρύλο ενός ποδοσφαιριστή και η άλλη τον θρήνο του προαναφερθέντος θανάτου.

Το τρένο μπήκε στο σταθμό.

«Γεια σας, σας τηλεφωνώ για την αγγελία»
«Είστε με ένα χέρι;» ρώτησα.
«Μάλιστα,» απάντησε.
«Κι είστε σπάνιας ομορφιάς;» ξαναρώτησα.
«Προσπαθώ» είπε. «Η μητέρα μου ήταν πανέμορφη, αλλά ο πατέρας …»
«…και το όνομά σας;» ρώτησα. «Πώς σας λένε;»

Πριν απαντήσει, σκέφτηκα: κι αν το όνομά της είναι Βερενίκη; Θα το δεχτώ; Θυμάμαι ότι θυμόμουν τη Βερενίκη. Η φτωχή απογοητευμένη Βερενίκη την οποία «με όλη μου την καρδιά» – όχι αυτή ήταν η Αλίκη. Σκέφτηκα όχι, το όνομά της πρέπει να είναι Αλίκη.

«Πως σας λένε, » ρώτησα ανυπόμονα.
«Μαρία,» είπε.
«Α, ωραία,» απάντησα. «Φεύγω για την πρωτεύουσα, θα τα ξαναπούμε όταν γυρίσω».

Θυμάμαι ότι θυμάμαι ότι με κυρίευσε μια συγκρατημένη ευτυχώς, ανυπομονησία. Ενέκρινα τη μελλοντική μας ένωση. Μετά την μετάβασή μου στην πρωτεύουσα θα γύριζα δεσμευμένος. Α, η ανάμνηση. Όλα πια είχαν τακτοποιηθεί. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με κυρίευσε, ήρθε σαν κύμα. Είχα να της κάνω τόσες ερωτήσεις. Ποιο χέρι; Πως; Θα μπορούσα να την κρατήσω σφιχτά επάνω μου, σκέφτηκα. Στο πλάι μου, θα ένιωθε σαν κομμάτι του εαυτού μου. Ο ώμος μου θα ένιωθε το γαργάλημα της άκρης του νεύρου μέσα από το δέρμα της.

Καμάρωνα με το κατόρθωμά μου.

Αγαπητοί συνεπιβάτες, ρητόρευσα, πάρτε τα πόδια σας και τρέξτε από ευτυχία, μοιραστείτε την μαζί μου. Έζησα πολλές εμπειρίες στη ζωή μου, μάθετε ότι δέχτηκα μια καλή, θετική απάντηση. Μην είστε (σταμάτησα ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη) διστακτικοί. Τρέξτε. Χαρείτε για μένα!

Έτρεξα εσωτερικά όλο το μήκος του τρένου προς τη αντίθετη φορά της κατεύθυνσής του, προς την ευτυχία.

Γύρισα στη θέση μου. Με γερμένο το κεφάλι στο παράθυρο, αναστέναξα. Τι ανυπέρβλητα δύσκολη φάνταζε τώρα η καθυπόταξη μιας τεντωμένης χορδής στο βιολί. Θα ήταν Σμέτανα ή Ντβόρζακ; Τώρα ήταν τα όμορφα σαρκώδη χείλι, οι θεόρατες βλεφαρίδες. Το τρένο σταμάτησε για να δεχτεί επιβάτες. Απ’ το παράθυρο είδα το μικρό πέτρινο κτίριο, την πινακίδα «αίθουσα αναμονής». Την γυναίκα που κοιτούσε από το τζάμι και που δεν ανέβηκε στο τρένο.

(Δεν είμαι τόσο εξουθενωμένος ώστε να μην μπορώ να βρω ανάπαυση στο χάος)

……..
(*)λατ. disjecta membra: διασκορπισμένα θραύσματα ή μέλη.

copyright©roidis 2007

.

*ρο 

των τραυμάτων: πνοή

Ιανουαρίου 15, 2007

 

Το έφεραν βράδυ. Oδηγούσε αργά, ο άλλος ακολουθούσε πίσω τους σε απόσταση, κρύωνε με το λεπτό πουκάμισο, το στομάχι του ήταν ακόμη ανακατωμένο από αυτά που είχε δει. Είχαν ανάψει τα φώτα στη βεράντα και οι επισκέπτες έστεκαν σιωπηλοί κι ανήσυχοι παράμερα και περίμεναν. Τη στιγμή που μετέφεραν το παιδί τυλιγμένο σε μια κουβέρτα κάποιος ρώτησε σιγανά: Το πόδι; Του το ‘κοψαν, αποκρίθηκε. Μετέφεραν το αγόρι στο δωμάτιο του. Στάθηκε στο κρεβάτι δίπλα του, τον ακούμπησε προσεκτικά και τον σκέπασε. Τι άλλο χρειάζεσαι, την άκουσε δίπλα του να λέει. Να περιμένουμε. Εκείνη του έσφιξε το χέρι. Ας ζήσει, Θεέ μου το παιδί, ψιθύρισε, και ανασηκώνοντας τους ώμους σωριάστηκε στη πολυθρόνα που υπήρχε δίπλα στο κρεβάτι. Εκείνη του άγγιξε το μάγουλο. Θα μείνω εγώ με το παιδί, είπε.

Έλα κοιμήσου εδώ, δίπλα μου
Ο θρύλος λέει ότι ο Λιστ λίγο πριν πεθάνει άφησε ένα χειρόγραφο περί της ύπαρξης μια νέας νότας που κατά λάθος είχε ανακαλύψει. Την άκουσε για πρώτη φορά, την ονόμασε ‘Περαστική’, ένα βράδυ καθώς έπαιζε στο salon της Φροϋλάιν Γκένσερ, ένας ήχος, του οποίου την πηγή δεν μπόρεσε να προσδιορίσει, «μπλέχτηκε» ανάμεσα στις νότες της σονάτας που έπαιζε, αυτό συνέβη φυσικά σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η «παρέμβαση» αυτής της μυστήριας νότας παρήγαγε ένα ήχο πρωτόγνωρο για τον μεγάλο δημιουργό.
Το χειρόγραφο αυτό δεν βρέθηκε ποτέ, δεν υπάρχει δε, κανένας απολύτως λόγος να πιστέψουμε ότι η αδερφή του κατέστρεψε το χειρόγραφο μαζί με τα «λιγότερης αξίας» έργα του κατόπιν εντολής του μεγάλου μουσουργού. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες ότι το χειρόγραφο πράγματι υπήρξε με το συγκεκριμένο του περιεχόμενο. Για πρώτη φορά, μετά αυτή του την αποκάλυψη, ο Λιστ έγινε ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως αναφορά την απόσταση μεταξύ του εαυτού του και των ακροατών. Επιθυμούσε η απόσταση αυτή να μην είναι μικρότερη ή περισσότερη από τους ακροατές του συγκεκριμένου κοντσέρτου στις Φροϋλάιν Γκένσερ. Ο Κλιμτ αναφέρει αυτή την «περίεργη εμμονή» του Λιστ στην αλληλογραφία με τον αδερφό του.

Ο πόνος
Η ανάσα του αγοριού ήταν βαριά, λαχανιασμένη. Το πρόσωπό του κόκκινο από πυρετό, το έστρεφε ανήσυχα δεξιά κι αριστερά˙ αφήνοντας που και που εύηχους αναστεναγμούς. Το πρησμένο τραύμα με τα τεντωμένα ράμματα δεν του άφηναν περιθώρια ανάπαυλας, το πύον σκόρπιζε την έντονη μυρωδιά του. Εκείνη δίπλα του σκούπιζε το μέτωπό του. Όλη η μοναξιά της μάνας και οι τύψεις στοιβάχτηκαν θαρρείς στο στήθος της και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο Καλλιτέχνης
Πριν το κοντσέρτο εκείνο το βράδυ στο salon της Φροϋλάιν Γκένσερ, καμία αλλαγή δεν καταγράφεται επίσημα στη συμπεριφορά του Λίστ. Η απελπισία του στη προσπάθεια αναζήτησης αυτής της νότας εικάζεται ότι τον οδήγησε στη καταστροφή αρκετών ακριβών πιάνων. Καταγράφεται δε η οργή του αυτή από επιτόπιους μάρτυρες σαν πρωτόγνωρα ξεσπάσματα εξωπραγματικής «διαβολικής οργής», αντίθετη προς το γνωστό πράο χαρακτήρα του μεγάλου συνθέτη. Από το θάνατό του και μετά πάντως, κανένα σοβαρό στοιχείο δεν έχει αποκαλυφθεί που να πιστοποιεί κάποιο αποτέλεσμα στην αναζήτησή του αυτή.
Πολλοί μουσικολόγοι και ειδικοί βιογράφοι σχετίζουν το γεγονός με την περίεργη συμπεριφορά του Κλωντ Ντεμπυσσύ. Ο καθηγητής του στην αρμονία Ντυράν, τον θεωρούσε αδύναμο και απροσάρμοστο αποκλείοντάς τον από κάποια σημαντικά κοντσέρτα στερώντας του τη δυνατότητα διεκδίκησης μιας φήμης αναγκαίας για την τροφοδοσία της ευφυούς ματαιοδοξίας του καλλιτέχνη. Τη διάκριση παρ’ όλα την απέσπασε ο Ντεμπυσσύ από τα μαθήματα της συνοδείας με πιάνο, και της «πρακτικής αρμονίας» (prima vista), όπου είχε την δυνατότητα να επιδείξει το ταλέντο του στον αυτοσχεδιασμό. Αυτό που οι ιστορικοί αποκρύπτουν, είναι ότι ο Ντεμπυσσύ σύχναζε στα διάφορα σαλόνια της αριστοκρατίας και για έναν ακόμη λόγο.

Ο Προυστ γνώριζε
Σε πολλά μέρη του έργου του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» ο Προυστ αναφέρεται, πολλές φορές με ιδιαίτερη εμμονή, σε εκείνη την «μουσική φράση» που άκουσε ένα βράδυ στο σαλόν των Βερντυρέν από κάποιο νεαρό μουσικό. Η «φράση» αυτή του τριβέλιζε επίμονα την σκέψη. Ο νεαρός πιανίστας στο σαλόν των Βερντυρέν είχε απαραιτήτως στο ρεπερτόριό του, τον καλπασμό από τις Βαλκυρίες ή το πρελούδιο του Τριστάνου, έργα και τα δύο από τις αντίστοιχες όπερες του Βάγκνερ.
Είναι πια εξακριβωμένο ότι ο νεαρός μουσικός που αναφέρει ο Προυστ, είναι ο Ντεμπυσσύ, ο οποίος είχε γνώση της ανακάλυψης του Λιστ, την άγνωστη έως τότε Περαστική του νότα. Του ήταν επίσης γνωστή η σχέση του Λιστ με τον Βάγκνερ μέσω της κόρης του δεύτερου. Το πιο σπουδαίο επίσης, το οποίο αποσιωπούν οι ιστορικοί και το φέρνω στο φως αποκλειστικά για σας αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ότι, το χειρόγραφο του Λιστ το είχε στη κατοχή του ο Ντεμπυσσύ και αναφέρεται καθαρά στη διαθήκη που διαβάστηκε στους κληρονόμους του. Παρ’ όλα αυτά, όπως αναφέρω πρωτύτερα, το χειρόγραφο αυτό δεν βρέθηκε ποτέ.

Άτιτλο κενό
Το παιδί άνοιξε το στόμα του να φωνάξει, να πει κάτι. Δεν τα κατάφερε ν’ακουστεί. Έμεινε ήσυχο στη θέση του, αφουγκράστηκε τους ήχους του σπιτιού, άκουσε τις καρέκλες να τραβιούνται από το τραπέζι της τραπεζαρίας, άκουσε βήματα στη βεράντα και τέλος, τις ρόδες που έτριξαν πάνω στα χαλίκια καθώς το αυτοκίνητο έπαιρνε το δρόμο για την πόλη. Όλα ήταν τώρα ήσυχα.
Ξέρει ότι κάτι θέλει. Κοιτά λοξώς κάτω δεξιά από την καρέκλα, όταν βλέπει το λουλούδι που έχει φυτρώσει στη σόλα του παπουτσιού του. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες γεμάτες πόνο φτάνει έως εκεί. Το ξεριζώνει. Με το λουλούδι στο χέρι κάθεται κάτω από το τραπέζι δίπλα του. Το διαλύει αφήνοντας σκόρπια τα πέταλά του στο πάτωμα, ξαναγυρίζει στο παπούτσι ψάχνοντας για ένα λουλούδι ακόμη. Μάταια, δεν υπάρχει άλλο.

Το παιδί στεναχωρήθηκε πολύ με το γεγονός αυτό.

.

copyright©roidis 



Παρακαλώ να δικαιολογήσετε την απουσία μου. Εδώ που βρίσκομαι μιλούν για πόλεμο, σπρώχνουν βάναυσα μεθυσμένους σε χειράμαξες, σκυλιά μυρίζουν κανέλα γρυλίζοντας στην ανεπίσημη γλώσσα της απελπισίας. Νύκτες σαν κι αυτή κάνουν τους ανθρώπους πασίγνωστους˙ όχι όμως για πολύ.
—-Στην άκρη του παλιού μου μπαλκονιού η Αΐσα μου ψαλιδίζει τα μαλλιά. Μιλά˙ εγώ ακούω.
—-«Όταν τελειώσουν όλα αυτά, θ’ ανοίξω κομμωτήριο», λέει.
—-Προφέρω ένα «χμ» σαν κίνητρο να συνεχίσει. Ακούω το στακάτο ήχο του ψαλιδιού, τα λόγια της προς στιγμή χάνονται.
—-Με την Αΐσα δεν έχουμε υποχρεώσεις ούτε θα έχουμε στο μέλλον. Νιώθουμε ελεύθεροι από την ζωή. Ελεύθεροι από χρόνο. Μια ελευθερία μάλλον καταστροφική, με δόντια που τρώει τους αδυνάμους. Είμαστε κι οι δυο αδύναμοι, αύριο ίσως να μην ζούμε πια. Δεν τις το λέω, την αφήνω να συνεχίσει το κόψιμο των μαλλιών μου.

4. του κόσμου τούτου
(Οι πολλές απόψεις κάνουν τον άνθρωπο. Τα κίνητρα. Τα χαρακτηριστικά της ψυχής που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει.)
—-Κοιτώ τα χέρια μου, τίποτα. Δεν έχω τίποτα παρά μόνο μια γλώσσα που νιώθω ανίκανος να σιωπήσω. Η γλώσσα μου υπαγορεύει το κενό που πλησιάζει σαν αλλεργική αντίδραση σε ότι βλέπω ή ακούω. Εδώ. Ο τριγμός της.
—-Μου έρχεται να αρπάξω την Αΐσα από το λαιμό, ξάφνου ακούγεται και πάλι η φωνή της, μιλά. Ακούω το ψαλίδισμα. Τη νιώθω σαν παιδί απροστάτευτο. Νιώθω την πυροδότηση χημικών ουσιών να μου ενεργοποιεί το σώμα που, εάν δεν αντιδράσει, θα πέσει νεκρό.

2. εδώ, στην πίσω μεριά του ήλιου (sol #).
Η μερική πτώση σημειώνεται αργά, ήσυχα˙ για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν την αντιληφθούμε νιώθουμε αδύναμοι να την αντιστρέψουμε. Κάποιος γοητευτικός ξένος μια μέρα θα ρωτήσει, «το πρόσεξες;». Κι εσύ με ανασηκωμένο το φρύδι θ’απαντήσεις «όχι». (γιατί δεν το πρόσεξα; Τι συνέβη; Ήταν πάντα παρών; Νόμιζα ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Πότε άρχισε να μου συμβαίνει;)
—-Άρχισε όταν άρχισες. Το αργό ανατρίχιασμα της σάρκας. Βλέπεις. Αυτές είναι οι λέξεις που του δίνεις. Κι αυτός ο ξένος, παρότι γοητευτικός˙ νιώθει ανίκανος να προσφέρει βοήθεια, υπάρχει μια ηδονή ξέρεις σε αυτή την απάθεια του ξένου που έχασες και που δεν θα ξαναβρείς ποτέ.

5. αναστάτωση
Μητέρα και παιδί έφυγαν μεσάνυχτα. Η μητέρα μάζεψε τα προσωπικά τους είδη σ’ένα χαρτοκιβώτιο και έφυγε οδηγώντας έξω από το Βοσνιακό χωριό. Το κλάμα της Αΐσα ακούγονταν σε όλο τον δρόμο. Γνώρισε τι θα πει αναστάτωση σε γλώσσα άλλη από τη δική μου. Ένα συναίσθημα που κουβαλά σε όλη της τη ζωή˙ έψαχνε μέρος χωρίς αναστάτωση, απέφευγε τα απλά που περιπλέκουν τη ζωή.

3. η πύρινη ψυχρότητα της απειλής
Μερικά πράγματα ανήκουν μόνο στο τόπο τους. Όσο η Αΐσα μεγάλωνε αντίκριζα το πρόσωπό της πίσω από μακρινά δέντρα ν’ απογειώνεται πάνω από τη γραμμή της φυλλωσιάς των. Όπως… Πως να το χαρακτηρίσω. Πρώτα τα μαλλιά της. Το μέτωπό της, ένας απαλός ήλιος που μοίραζε λάμψη. Αυτά τα μάτια, οι ζωντανές αυτές λίμνες με την αιχμηρή λαμπρότητα. Η μύτη της. Τέτοια μύτη! Τα μάγουλα απαλά. Ποιος μπορείνα τα δει όλα αυτά από απόσταση; Το στόμα. Όλη την ομορφιά εκεί την έβρισκες.
—-Το πρόσωπό της ακούμπαγε στο μακρινό αυτό περίγραμμα και με κοιτούσε. Έτριψα τα μάτια μου και την είδα. Εδώ. Σαν να μην έλειψε ποτέ, να μου κόβει τα μαλλιά μιλώντας για το διακριτικό άρωμα των δέντρων στις όχθες του ποταμού.
—-Ο τόπος της.

7. η περίπτωση Βερενίκη
Η Αΐσα τελείωσε το κούρεμα. Την νιώθω ανήσυχη. Αποφασίζω να της διηγηθώ τη περίπτωση της Βερενίκης.

—-Πρόκειται για τον νεαρό που ακολούθησε την Βερενίκη με πρόθεση να την ληστέψει. Την ακολουθεί σε ένα πολυτελές διαμέρισμά όπου της πέφτει ένας φάκελος. Ο νεαρός, ένας μικρό-κλεφτάκος, τον κυριεύει η περιέργεια, παραβιάζει την είσοδο του διαμερίσματος και ανοίγει τον φάκελο. Μέσα βρίσκει ένα γράμμα αυτοκτονίας με υπογραφή Βερενίκη. Ο νεαρός αφήνει το διαμέρισμα, πάει σπίτι και περιμένει. Περιμένει ώρες, μέρες. Σκέφτεται τι να κάνει. Αποφασίζει να αντιδράσει, φτάνει στο διαμέρισμά της σπρώχνει τη πόρτα και την βλέπει όρθια στο πεζούλι ενός πελώριου παραθύρου. Του κόβεται η ανάσα˙ με ανακούφιση νιώθει ότι ήρθε πάνω στην ώρα…

—-Σταματώ την αφήγηση.
—-Δεν ξέρω πως πρέπει να συνεχίσω στην Αΐσα. Με κοιτά κι εγώ βάζω το χέρι μου στα μαλλιά θέλοντας να κερδίσω χρόνο.
—-«Ωραία», μου λέει, «μετά τι έγινε;»
—-Βασιζόμενος σε γνωστά γλωσσικά μαθηματικά, δημιουργικής λογιστικής με αντίστοιχες σημειολογικές παραλλαγές, ξέρω ότι υπάρχουν δύο εκδοχές τέλους της αφήγησης αυτής για την Βερενίκη:
—-1. Ο νεαρός πηγαίνει προς τη Βερενίκη, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα της. Κοιτούν κι οι δυο το δρόμο κάτω. Την πιάνει απ’ το χέρι και πηδούν μαζί προς σ’ ένα αναπόφευκτο θάνατο.
—-2. Ο νεαρός πηγαίνει προς τη Βερενίκη, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα της. Κοιτούν κι οι δυο το δρόμο κάτω. Την πιάνει απ’ το χέρι και πηδούν, αιωρούνται στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Κάτω, τα ερείπια του χωριού της, θα χρησιμεύσουν για ταφόπλακες στο μελλοντικό τους θάνατο.

—-Στην Αΐσα λέω μία τρίτη εκδοχή.

.

photo & text©Copyright Roidis E.A.F.

των ερωτήσεων: πνοή

Νοεμβρίου 30, 2006

Δεν έχω τίποτα εναντίον της περιέργειας, ούτε με ενοχλεί το γεγονός ότι ο κοινός νους είναι συντηρητικός. Από συνήθεια οι άνθρωποι μαζεύονται γύρω από τη σκιά μιας σοβαρής ερώτησης όπως π.χ. «γιατί έσμιξαν τα σώματά μας». Όταν απαντηθεί με δέουσα προσοχή αυτή η «σοβαρή» ερώτηση θα δούμε στον απέναντί μας να ζωγραφίζεται ένα μικρό χαμόγελο ευαρέσκειας, μια ονειροπόλα έκφραση. Από διακριτικότητα δεν θα του πείτε ότι όλα αυτά είναι σημάδια έπαρσης. Τέτοιες ερωτήσεις μας κάνουν να στρέψουμε το νου μας αλλού, να σκεφτούμε ότι είναι πιο σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας μια κάποια διχογνωμία, παρά να καθησυχάσουμε το πάσχον πρόσωπο που μας έκανε την ερώτηση.

ερώτηση: ερώτημα
Δάσος. Τα βήματά της απαλά, η δροσερή γη. Έδαφος σπογγώδες, σάπια φύλλα, πευκοβελόνες, διάσπαρτα μούσκλια εδώ κι εκεί. Προχωρεί αργά ακολουθώντας αργά το μονοπάτι, η κινήσεις της όλο χάρη· γατίσιες από φύση, τα μάτια της σαρώνουν το δάσος. Το φως θαμπώνει καθώς βαίνει βαθύτερα στο άγνωστο. Ακούει την ίδια της την ανάσα στη σιωπή που την τυλίγει. Κελαηδίσματα, φτερουγίσματα, πηδηματάκια που δεν βλέπει, τα διαβάζει. Ακούει τα ανεπαίσθητα βελούδινα βήματα που προσεχτικά πλησιάζουν. Σταματά. Ακίνητη· αφουγκράζεται μη ξέροντας τι βρίσκεται πίσω της, η ανάσα της ελάχιστη. Τα μάτια ανοιχτά. Δεν τολμά να κοιτάξει πίσω, εναρμονίζει την ακοή της με τους φυσικούς ήχους γύρω της. Ακούει την μάλλον ενοχλημένη ανάσα του ζώου. Φαντάζεται τη σαλιωμένη γλώσσα του να κρέμεται ανάμεσα στ’ άγρια δόντια. Μυρωδιά ζωής και θανάτου. Εδώ. Το ζώο έξυπνο, εξετάζει αν το απειλεί η παρουσία της, προστατεύει το χώρο του. Ένα κοφτό ρουθούνισμα, μια ανάσα σαν στεναγμός και τ’ ακούει να απομακρύνεται. Γυρίζει αργά να δει τον παρατηρητή της, πολύ αργά, έφυγε σαν όνειρο. Χάθηκε στο πρωινό φως.

ερώτηση: η ερώτηση
Έδειξε γνήσιο ενδιαφέρον. Με ρώτησε για το αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Την διαβεβαίωσα ότι, παρόλο που δεν πρόκειται να βρει, όσο κι αν ψάξει, αυτή την ιστορία σε κανένα βιβλίο, ήταν αληθινή. «Δεν έχεις παρά να ψαλιδίσεις λίγο τις εκθαμβωτικές εικόνες του Θεού και του Παραδείσου, εκεί ψηλά»

ερώτηση: συνέχεια
Μα γιατί να συνεχίσουμε. Γιατί ν΄αφήσουμε αυτές τις ευδαίμονες στιγμές της, τώρα που βλέμμα της βρίσκεται στο φοινικόδεντρο της παραλίας, να βυθιστούν σε μια λίμνη γεμάτη σύννεφα αναμνήσεων. Μία μέρα το πορτρέτο της, ζωγραφισμένο σε ύφος ζωντανό, θα κρέμεται σε αυτόν ακριβώς τον τοίχο πίσω της. Εκεί όπου συνήθως κάθεται και κοιτά τον εαυτό της να προχωρά προς το πέλαγος. Να χάνεται.

©roidis 2006